<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

Σύγχρονα θεατρικά και δρώμενα


Κλειώ Φανουράκη
Ηθοποιός, Θεατρολόγος

Παρακολουθώντας τα σύγχρονα ελληνικά θεατρικά δρώμενα, παρατηρούμε πως ανάμεσα στις κλασικές και τις σύγχρονες θεατρικές παραστάσεις , κάνει έντονη την παρουσία της η performance. Aξίζει μόνο να δούμε τη θεατρική στήλη του περιοδικού Αθηνόραμα , όπου η performance κατέχει πλέον σταθερή θέση στο ελληνικό θεατρικό ρεπερτόριο: Performance: Motherland. Σκηνοθεσία-δραματουργία: ομάδα blitz. Παίζοντας με τις τέχνες του χορού, του θεάτρου και των εγκαταστάσεων η ομάδα βρίσκει τους τρόπους να μιλήσει για θέματα όπως η θεώρηση του κόσμου, η γενεαλογία της ύπαρξης, η μνήμη ως φυλακή αλλά και ως απόδραση .
Διαβάζουμε επίσης στο Αθηνόραμα: Performance: Σκηνοθεσία Λ. Γιώτης. Από την ομάδα «Playback Ψ». Ένα θεατρικό δρώμενο κατά το οποίο ο θίασος αναλαμβάνει να αναπαραστήσει μέσα από αυτοσχεδιασμούς ιστορίες από τη ζωή του κοινού. Οι αυτοσχεδιασμοί περιλαμβάνουν ήχους, κίνηση, διάλογο, χρήση αντικειμένων, μουσική, τραγούδι. Το έργο της παράστασης δεν είναι προκατασκευασμένο. "Γράφεται" κάθε φορά από τους θεατές και είναι διαφορετικό σε κάθε παράσταση, ανάλογα με αυτά που θέλουν να μοιραστούν οι θεατές με τη βοήθεια του συντονιστή .
Εάν στις παραπάνω δύο παρουσιάσεις των performance προσθέσουμε πλήθος άλλων παρουσιάσεων του είδους, θα δούμε όπως φαίνεται και από τα παραδείγματά μας , πως σπάνια θα συναντήσουμε μια κοινή βάση για το τι ακριβώς είναι η performance και ποια είναι τα συστατικά της στοιχεία. Παράλληλα, ως θεατές των performance εντός και εκτός θεατρικών χώρων, μπροστά σε μια νέα performance δεν μπορούμε να ξέρουμε εκ των προτέρων τι περίπου πρόκειται να συμβεί στη δράση που ακολουθεί, δεν υπάρχει η δυνατότητα να έχουμε μελετήσει ήδη το ‘’κείμενο’’…Δε θα κόψουμε εισιτήρια για να δούμε την Τρικυμία του Σαίξπηρ αλλά ακόμα και εάν πρόκειται για το Σαίξπηρ, στα πλαίσια της performance έπεται ο πλήρης αποδομισμός του.
Γιατί η performance, είναι από τη φύση της ανατρεπτική, συνθετική, πολλές φορές προκλητική και βίαιη προς την παθητικότητα του θεατή ,αντιθετική στις παραδοσιακές μορφές του θεάματος. Πρόκειται για ‘έναν αστερισμό των πρακτικών’ όπου μπορούν να λάβουν χώρα το θέατρο, ο χορός, τα happenings, η μουσική, το δράμα, η τελετουργία, το video-art, η installation-art, η γλυπτική, η ζωγραφική…μα συνάμα τίποτε απ’ αυτά. Ο Βάλτερ Πούχνερ στο βιβλίο του Από τη θεωρία του θεάτρου στις θεωρίες του θεατρικού, που αποτελεί μια συλλογή από βιβλιοκρισίες του, στο κεφάλαιο που αφορά στο βιβλίο του Μarvin Carlson Performance: A Critical Introduction σημειώνει : H performance είναι βασικά ένα αμερικάνικο φαινόμενο. Ιστορικά εκεί εξελίσσεται και θεωρητικά εκεί το αναλύουν. Ο Carlson περιορίζεται στην περιγραφή του στην Αμερική, χωρίς να χάνει από το οπτικό του πεδίο τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, κυρίως εκείνες που οδήγησαν στο φαινόμενο αυτό. Η δυσκολία προσδιορισμού έγκειται και στο γεγονός ότι η λέξη performance ως θεατρική παράσταση χρησιμοποιείται ευρέως, ενώ η «performance» ως μια ξεχωριστή τέχνη αντιδιαστέλλεται το θέατρο, το χορό , τη μουσική, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Το συνεχιζόμενο αυτό μπέρδεμα υποδηλώνει , βέβαια, την καταγωγή και τη γενετική συσχέτιση της με το θέατρο, αλλά η performance έχει και άλλες ρίζες. Ανταποκρίνεται περισσότερο στον όρο «spettacolo».
Όπως εύστοχα παρουσιάζουν την performance, στα πλαίσια της αγγλικής βιβλιογραφίας, οι Μichael Huxley and Noel Witts, στο βιβλίο τους Τhe Twentieth-Century Performance Reader , αποφεύγουν την κατηγοριοποίηση της performance , πράγμα το οποίο το ίδιο το είδος της επιβάλλει και ακολουθούν μια πιο περιεκτική, γενική προσέγγιση της. Δηλώνουν πως οι ιστορικοί μπορεί να επιθυμούν να καταγράψουν την performance μέσα από τις αναμνήσεις του Dada από τον Ηαns Richter , μέσα από την Roselee Goldberg, μέσα από τη συνεχή επανεξέταση μερών του είδους από τους Richard Schechner και από τον Marvin Carlson. Εξυμνούν μεν τους παραπάνω καθώς αποτελούν σημαντικές προσωπικότητες στο χώρο της performance όμως τους δίνουν ισάξια θέση με ένα σύνολο ιδιαίτερων προσωπικοτήτων από το πρακτικό και θεωρητικό πεδίο του θεάτρου, του χορού, του live art, της μουσικής, των πλαστικών τεχνών κτλ: Adolp Appia, Antonin Artaud, Jerzy Grotowski ,Konstantin Stanislavski, Marina Abramovic, Pina Bausch, Merce Cunningham, Samuel Beckett, Robert Wilson, Sally Banes και πλήθος άλλων καταξιωμένων πρακτικών και θεωρητικών της performance . Παραθέτουν λοιπόν στους αναγνώστες τους μια πηγή των παραμέτρων της perfοrmance , τόσο εκείνων που σχετίζονται με τις κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές ρίζες της όσο και εκείνων που αφορούν στις παραστατικές εκφάνσεις της. Εξάλλου σήμερα οι παράμετροι αυτοί συγκλίνουν στα σημεία όπου οι διάφορες μορφές της τέχνης και η κοινωνική και πολιτισμική ανησυχία γίνονται ένα.
Στα σημεία αυτά οι performers παρελάσουν στους δρόμους, σε εναλλακτικούς , μη- θεατρικούς χώρους , σε θεατρικούς χώρους, σε γήπεδα, μέσα σε κουτιά, ανάμεσα στο κοινό οπουδήποτε και αν το συναντήσουν. Δεν πηγαίνει μόνο το κοινό να τους δει αλλά παράλληλα και εκείνοι βρίσκουν το κοινό τους. Οι περισσότεροι performers μιλούν για τη δουλειά τους, για το τι κάνουν, για το ποια αξία αποδίδουν σε αυτήν, και πράγματι μεγάλο υλικό των performance έχει
αρχίσει να περιγράφεται ως ‘παρουσίαση’ ή ‘δράση’, ή ‘ένα κομμάτι’ ή απλά ‘δουλειά’, σαν οι ίδιοι
οι δημιουργοί να νιώθουν την ανάγκη να από-κατηγοριοποιήσουν .

Όπως γράφουν οι Huxley και Witts, μια παράσταση χορού ή θεάτρου μπορεί να αποτελείται από έναν περφόρμερ που υποδύεται ένα ρόλο στη σκηνή, ή που στέκεται ακίνητος μέσα σε ένα κλουβί ή που παρουσιάζεται σε μια οικιακή κουζίνα. Παρατηρούν επίσης πως:
Η ιδέα ενός θεατρικού έργου-που οι ιδιαίτερα εκπαιδευμένοι ηθοποιοί λένε τα λόγια ενός θεατρικού συγγραφέα για περίπου δύο ώρες στη σκηνή-έχει επίσης αμφισβητηθεί από τις performance που χρησιμοποιούν την ομιλούμενη λέξη ως ένα μόνο στοιχείο σε μια συνολική παράταξη από ζωντανές δυνατότητες .

Σε όλα αυτά τα νέα δεδομένα οι ρόλοι αντίστοιχα των ηθοποιών, των χορευτών, των κλόουν, των σαλτιμπάγκων, των σκηνοθετών, των χορογράφων συγχέονται και διασταυρώνονται. Σε κάποια σημεία της performance κυριαρχεί ο χορευτής-performer, σε άλλα ο ηθοποιός-performer και αλλού ο ακροβάτης-performer. Ωστόσο τίποτε δεν είναι δεδομένο στη διαδικασία δημιουργίας της performance και άρα καμιά αναλογία των συστατικών της στοιχείων δεν δίνεται ως βασικός σκελετός. Οι σύγχρονοι performers λοιπόν έρχονται αντιμέτωποι με τα νέα αυτά δεδομένα, που καθώς εφαρμόστηκαν σταδιακά στη διάρκεια του εικοστού αιώνα- από τα κινήματα της avant-guarde,το σύγχρονο χορό, τα happenings,το image-theatre, τις δράσεις των Γκροτόφκσκυ, Αρτώ, Robert Wilson κτλ- , σήμερα αποτελούν μια ανεξάντλητη πηγή καλλιτεχνικών και κοινωνικών μέσων , έτοιμων να εισχωρήσουν στο χαοτικό 21ο αιώνα.
Η ίδια η performance λοιπόν , επιβάλλει την έννοια του κολάζ σε κάθε πρακτική ή θεωρητική της πλευρά. Η θεωρία για τις performance είναι η ίδια μια performance, καθώς η έννοια εισβάλλει και σε κάθε είδος γραπτών . Ακόμη και στο θεωρητικό επίπεδο, η performance επιβάλει
τον ιδιαίτερο χαραχτήρα της στην κριτική και παρουσίαση της: Σημαντικό ρόλο στη θεωρία και την κριτική για την performance κατέχουν οι ίδιοι οι performers, oι performance-artists και practitioners οι οποίοι θα γράψουν και θα μιλήσουν για τη ‘δουλεία’ τους, για το ‘project’ τους, για το ‘piece of work’ που ετοιμάζουν ή παρουσιάζουν.
Ενδέχεται επίσης οι performers να μιλήσουν για τη ‘δουλειά’, για το ‘project’ τους κατά τη διάρκεια της performance, να αυτοπαρουσιαστούν με τα κανονικά τους ονόματα και να ενημερώσουν το κοινό για το τι θα κάνουν στη συνέχεια επί ‘σκηνής’. Γιατί τα στοιχεία της παρουσίας και της παρουσίασης των performer αποτελούν δύο από τους τόπους της performance:
Η δράση των performers κινείται στα όρια ανάμεσα στην υποκριτική και τη μη-υποκριτική , στα πλαίσια των οποίων οι performers μπορεί να είναι απλά παρόντες στη δράση , να χαραχτηρίζονται μόνο από το κουστούμι τους δίχως να χρειαστεί να υποδυθούν κάποιο ρόλο, αλλά και να ενσαρκώνουν κάποιο ρόλο μέσα από νατουραλιστικές, συμβολικές, στυλιζαρισμένες κ.τ.λ. συμβάσεις. H απλή παρουσία τους στη σκηνή εναλλάσσεται με την ενσάρκωση κάποιου ρόλου: είτε αλλάζοντας ένα κοστούμι είτε μέσα από ένα μονόλογο αλλά και με την παρουσίαση αυτού του ρόλου που θα υποδυθούν προς το κοινό, λίγο πριν ‘μπουν στο ρόλο’, όπως θα έλεγε ένας ηθοποιός του παραδοσιακού θεάτρου. Τα όρια αυτά από την υποκριτική στη μη-υποκριτική και από την απλή παρουσία των performers επί σκηνής (απλά παρόντες στη δράση) ως την ενσάρκωση ενός ρόλου(θεατρικού ή κοινωνικού), μας παραπέμπουν άλλοτε στον Μπρεχτ και τις τεχνικές της αποστασιοποίησης με τη χρήση των επεισοδίων, των αφηγητών, των προκάτ, των μουσικών, των κοινωνικών τύπων και των αντιφάσεών τους, στον Γκροτόφσκυ και τον Αρτώ και άλλοτε στη παρουσία των performers στα happennings, στα σύγχρονα μουσεία τέχνης κ. τ. λ.
Βέβαια η διαδρομή αυτή από την απλή παρουσία του performer στη ‘σκηνή’ ως την πιθανή ενσάρκωση ενός ρόλου μέσα από διαφορετικά υποκριτικά στυλ, είναι σύμφωνη με το στοιχείο της σωματικότητας που παρουσιάζεται έντονο στην performance. Γιατί , η παρουσία των performers στη σύγχρονη performance τους οδηγεί στο να βρουν τις ρίζες τους με τους ‘performers’ της commedia dell’arte, τους ακροβάτες, τους ζογκλέρ, τους μίμους, τους χορευτές. Η έντονη σωματικότητα έγκειται στην ίδια τη σύνθεση της performance που καταργεί την παντοδυναμία του λόγου και αφήνει να ιδωθούν οι κοινωνικές καταστάσεις και τα συναισθήματα μέσα από μια μείξη κίνησης, εικόνας, χρωμάτων, ήχων , χειρονομιών κ.τ.λ. :
Από τις δεκαετίες του 80’ και του 90’ και έπειτα υπάρχει μια διαρκής τάση να χρησιμοποιείται ο όρος ‘σωματικό θέατρο’ για το σύγχρονο θέατρο. Διαφορετικές ομάδες όπως οι DV8, Tag Teatro,Trestle,Théatre de Complicité, Derevo, έχουν όλες χαραχτηριστεί ως αντιπροσωπευτικές ομάδες των visual theatre, movement theatre ή new mime theatre .Όλοι αυτοί οι ορισμοί δίνουν έμφαση στη σωματικότητα της θεατρικής γλώσσας και μπορούν να συμπεριληφθούν κάτω από το γενικό όρο σωματικό θέατρο.

Αυτή η ροπή προς τη σωματικότητα ως μέσο έκφρασης των σύγχρονων ανησυχιών, συνδέει
άμεσα τους χορευτές, τους ηθοποιούς, τους ζογκλέρ, τους σκηνογράφους, τους ζωγράφους, τους μουσικούς, τους κάθε είδους performers , στη σύγχρονη performance που ενεργοποιεί τη σκέψη και το συναίσθημα -έστω και απενεργοποιώντας τα σκηνικά- για να δώσει ώθηση στην έπαν- ενεργοποίησή τους. Οι performers λοιπόν οφείλουν να είναι ιδιαίτερα εξασκημένοι σωματικά, για να μπορούν να αντεπεξέλθουν στους σύγχρονους ρόλους που συγχέουν τα όρια ανάμεσα στον ηθοποιό, το μουσικό , το χορευτή και τον ακροβάτη και να μπορέσουν έτσι να υπηρετήσουν το ‘ρόλο’ τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ‘τα λόγια του συγγραφέα’ απαιτούν ποικίλες δεξιοτεχνίες από τον performer, ευέλικτο σώμα, σκέψη, φαντασία και δημιουργικότητα.
Για το λόγο αυτό και η οντισιόν για τέτοιου είδους δρώμενα δεν περιορίζεται στην απαγγελία από μέρος του ηθοποιού ενός μονολόγου, όπως στην τυπική οντισιόν , αλλά αφορά στη συμμετοχή ενός performer σε ένα εργαστήριο που μπορεί να κρατήσει από δύο ώρες ως τρεις μέρες, κατά το οποίο αρχίζουν να δουλεύουν κάποια από τα θέματα του project. O σκηνοθέτης θα αξιολογήσει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται μεταξύ τους στην ομάδα, το πως αυτοσχεδιάζουν και παίζουν με τις ιδέες και το πόσο γρήγορα μεταλλάσσουν τις ιδέες αυτές σε κομμάτια ‘δουλειάς’. Βέβαια στα πλαίσια της σύγχρονης performance και ο ρόλος του σκηνοθέτη δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του παραδοσιακού σκηνοθέτη-σκηνοκράτορα. Γιατί όλα τα performance projects που αποτελούνται από ένα σύνολο καλλιτεχνών, καλλιεργούν το πνεύμα της ομαδικότητας τόσο κατά τη διάρκεια της δημιουργίας όσο και κατά την παρουσίαση του project. Άλλες ομάδες οδηγούνται στην ομαδική δημιουργία-σκηνοθεσία και άλλες ορίζουν έναν σκηνοθέτη που θα ενορχηστρώσει την ομαδική δουλειά.
Κύριο ρόλο βέβαια στη διαδικασία αυτή έχει η δραματουργία για την performance, το writing for performance ,που έχει αναπτυχθεί ως ξεχωριστό είδος ‘γραφής’ πλέον καθώς η ίδια η performance το απαιτεί. Όπως σημειώνει ο Τιm Etchells, σκηνοθέτης της Forced Entertainment , μιας από τις σημαντικότερες αγγλικές ομάδες performance, όταν μιλάει για το performance writing γράφει πως αφορά στα εξής: στη σωματική δράση και την κατασκευή του σκηνικού ως φόρμες γραψίματος, στη γραφή λέξεων για να ιδωθούν και να διαβαστούν στη σκηνή παρά για να λεχθούν, στις λίστες, στον αυτοσχεδιασμό, στο διάβασμα, στην προπαγάνδα, στο κολάζ ως μια καλλιτεχνική φόρμα- σε κάθε περίπτωση προκαλώντας ένα κριτικό διάλογο με τις πιο παραδοσιακές μορφές γραφής για το θέατρο ή την performance.
Όλη η δουλειά λοιπόν των performers-δημιουργών, των σκηνοθετών/performance artists,των χορογράφων, των video artists , των μουσικών, των σκηνογράφων κτλ ‘γράφεται’ στη δραματουργία του project τους. Στη συγγραφή αυτή λοιπόν δικαιούνται να μετέχουν όλοι οι συνεργάτες του project και ανάλογα με τις αποφάσεις της ομάδας ορίζεται το θέμα/ θέματα τα οποία θα επεξεργαστούν και μέσα από τη δουλειά και τη συνεργασία της ομάδας προκύπτουν και οι τρόποι παρουσίασης τους. Η διαδικασία εύρεσης του υλικού και δημιουργίας τέτοιου είδους project παρουσιάζει ανάλογο ενδιαφέρον με το τελικό αποτέλεσμα που παρακολουθεί το κοινό και καμιά φορά μεγαλύτερο από την ίδια την ‘performance’.
Τέλος , το κοινό πηγαίνει σε κάποιο θεατρικό ή μη θεατρικό χώρο για να παρακολουθήσει μια performance ή τυχαίνει να γίνει κοινό μιας performance στο δρόμο, στις πλατείες, στα πάρκα στο μετρό.. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κοινό και την performance είναι αξιοσημείωτη καθώς συχνά ενότητες της εξαρτώνται από τις απαντήσεις του κοινού στις ερωτήσεις των performer, από τις αντιδράσεις του κοινού και τη στάση του απέναντι τους. Άλλοτε η performance είναι στημένη με τρόπο που αδιαφορεί για τις αντιδράσεις ή τη μέθεξη του κοινού και άλλοτε απευθύνεται άμεσα, σχεδόν προκλητικά στο κοινό, θέτοντας του ερωτήματα και προκαλώντας απαντήσεις. Το κοινό άλλοτε προβληματίζεται, συγκινείται, υπέρ-ενθουσιάζεται και άλλοτε ενοχλείται, νιώθει άβολα και ασφυκτικά. Κάποιοι κατηγορούν την προβαλλόμενη σκηνική αναρχία της performance και την απουσία συγκεκριμένου story..Χάνονται στη μη-αφηγηματική δομή που δεν έχουν συνηθίσει από τις τηλεοράσεις τους..Άλλοι ψάχνουν το νόημα της..δίχως να το χουν βρει στην καθημερινότητα..Κι άλλοι πουλάνε εισιτήρια εκμεταλλευόμενοι τα ‘φαντασμαγορικά’ και τα αντιπαραδοσιακά στοιχεία που φέρει η performance λίαν προσφάτως πιο συλλογικά και στην Ελλάδα. Παρά ταύτα όμως η performance, δημιούργημα και ανάγκη του κοινωνικού και καλλιτεχνικού αδιέξοδου, προκαλεί το χάος αλλά ταυτόχρονα έχει και συνοχή και συγκεκριμένη δομή μέσα στην αποσπασματικότητα της. Μπορεί οι performers να στηρίζονται αρκετά στον αυτοσχεδιασμό, στο τυχαίο και στην αλληλεπίδραση με το κοινό , γνωρίζουν πάντως καλά το ‘ρόλο’ τους. Ένα ρόλο πιο σκληρό από ό,τι επιφανειακά φαίνεται, ανοιχτός σε κάθε είδους πρόκληση. Για να επιτύχει όμως κάποιος στο ρόλο αυτό χρειάζεται να μπορεί να ξεπερνάει τα όρια της υποκριτικής, του χορού, του αυτοσχεδιασμού, της κοινωνικής αδιαφορίας αλλά και μέσα από αυτά να επαναπροσδιορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι όλο θέμα performance......-

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:
  • Bicat T. & Baldwin C. (επιμ.) 2002: Devised and collaborative theatre: a practical guide, Bristol: The Crowood Press.
  • Huxley, M. & Witts, N. (επιμ.), 2002: The Twentieth Century Performance Reader, London, New York: Routledge.
  • Nicholson, H. (επιμ.), 2000: Teaching drama, London, New York: continuum.
  • Πούχνερ, Βάλτερ,2004: Aπό τη θεωρία του θεάτρου στις θεωρίες του θεατρικού: Eξελίξεις στην επιστήμη του θεάτρου στο τέλος του 20ού αιώνα, Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
  • Zarrilli, Phillip,B. 2002: Acting (Re) Considered, London: Routledge.