<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

Νίκος Ξυλούρης: Εικοσιέξι χρόνια απουσίας


Γιώργης Αεράκης
υπάλληλος Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Πρόεδρος Συλλόγου Κρητών Λουξεμβούργου

Την δεκαετία του ‘60 οι άνθρωποι που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Κρήτης μη αντέχοντας άλλο τη φτώχεια που είχε καταντήσει ενδημική, άρχισαν να εγκαταλείπουν υπό το κράτος του πανικού τα χωριά τους και συσσωρεύονται στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και ορισμένοι από αυτούς να μεταναστεύουν για ξένους τόπους όπως η Γερμανία το Βέλγιο ο Καναδάς και η Αμερική. Όσοι από αυτούς επέλεξαν να κάνουν καταδιά στο Ηράκλειο θα διαπιστώσουν με έκπληξη ότι οι ντόπιοι οι γηγενείς δηλ. κάτοικοι του Ηρακλείου - το οποίο ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη - διασκέδαζαν με ευρωπαϊκά τραγούδια, βαλς, γιάγκα, τσα-τσα κτλ. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα εκπλήσσομαι που το γεγονός αυτό, δεν έχει αποτελέσει θέμα κοινωνιολογικής μελέτης από το πανεπιστήμιο της Κρήτης. Μα τι λέω τώρα. Σημαντικότερα ζητήματα που αποτελούν ιδιαίτερο γνώρισμα της Κρήτης όπως η βεντέτα και η ζωοκλοπή, μένουν στα αζήτητα των διδακτορικών διατριβών και θα ασχοληθούμε τώρα με το πώς διασκέδαζαν οι ηρακλειώτες;
Μετά την ολοσχερή καταστροφή των Ανωγείων από τους Γερμανούς, τον Αύγουστο του 44, οι κάτοικοι του χωριού θα σκορπίσουν σαν τα παιδιά του λαγού, στο πεδινό Ρέθεμνος και στη πόλη του Ηρακλείου, όπου για μήνες θα στοιβάζονται στο Καμαράκι, στο ανωγειανό σχολείο όπως λέγεται ακόμη και σήμερα. Ορισμένοι από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στο χωριό τους, παρά μόνο σαν επισκέπτες σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Θα είναι οι πρώτοι εσωτερικοί μετανάστες της μεταπολεμικής εποχής. Ο Κίμων Μανουράς, ένας από αυτούς θα ανοίξει τη δεκαετία του 50 ένα καφενείο στο Καμαράκι, το οποίο έμελλε να αποτελέσει το στέκι των καλλιτεχνών της κρητικής μουσικής της εποχής. Τις άδειες ώρες τους, που δεν ήταν και λίγες (ας μην ξεχνούμε ότι μεροκάματο γι αυτούς υπήρχε μόνο στην επαρχία, σε κανένα πανηγύρι ή γάμο) τις περνούσαν στο καφενείο συζητώντας.
Τα καλοκαίρια της δεκαετίας του 60, η μάνα μου με έπαιρνε και ερχόμαστε για λίγες μέρες στο Ηράκλειο για να δει τον πατέρα και τα αδέλφια της. Όντας ανιψιός του Κίμωνα, θα τον βοηθώ στο καφενείο και θα έχω την εξαιρετική τιμή να σερβίρω καφέ, τα ριζιμιά χαράκια της κρητικής μουσικής της εποχής: τον Μουντάκη και τον Σκορδαλό, που ήταν και αυτοί πελάτες του καφενείου, μαζί με τους νέους και άσημους την περίοδο εκείνη ανωγειανούς, Νίκο, Αντώνη και Γιάννη Ξυλούρη, Γιώργη Καλομοίρη, Βασίλη Σκουλά, Γιάννη Σταυρακάκη, Μανόλη Μανουρά, Στέλιο Αεράκη. Από το καφενείο επίσης θα περάσει ο Δερμιτζογιάννης, ο Σηφογιωργάκης, ο Μαρκογιαννάκης, ο Κλάδος, ο Μανιάς, ο Φακουκάκης, ο Κουμιώτης, κ.α.
Στις συζητήσεις τους οι καλλιτέχνες θα αναφέρονται με σεβασμό σε ονόματα άγνωστα για μένα. Θα ακούσω για το Φουσταλιέρη, το Λαγό, το Μπαξεβάνη, τον Καρεκλά, τον Καλογρίδη, τον Ροδινό, τον Χαρίλαο, το Ναύτη και άλλους τους οποίους δεν μπορώ να θυμηθώ. Ο καθένας είχε τις προτιμήσεις του και η αντιπαράθεση ήταν σκληρή. Οι ανωγειανοί αντεπιτίθoνταν συνήθως, προβάλλοντας το Στραβό (Μανόλη Πασπαράκη), ο οποίος με πασαδόρους στην αρχή μεν τον Μυρομανόλη (Μανόλη Αεράκη) και στη συνέχεια τον Νεοκλή Σαλούστρο, ήταν τότε στο απόγειο της δόξας του και εμείς τα ανωγειανάκια είχαμε την ευκαιρία να τον δούμε χωρίς μικρόφωνα και πρίζες να τραγουδάει σε γάμους και γλέντια και στα μεγάλα κέφια, όταν αναγνώριζε τον καλό χορευτή από το πάτημα (κανείς δεν έχει ισχυρότερη ακοή από έναν τυφλό), να βάζει τη λύρα πάνω από το κεφάλι και να παίζει ξέφρενα.
Στο καφενείο, κάτω από τη φωτογραφία του Βενιζέλου, ένα μεγάλο καρφί και στο καρφί κρεμασμένο ένα μαντολίνο, πάντα κουρδισμένο. Όταν η πελατεία του καφενείου αραίωνε και δεν έμεναν πια παρά οι καλλιτέχνες και οι φίλοι τους, ο Κίμων ακουμπούσε στο τραπέζι το μπουκάλι με τη ρακί και κάποιος ξεκρεμούσε το μαντολίνο. Αν η παρέα είχε καλά θεμέλια, το καφενείο έκλεινε και η παρέα έπαιρνε τους δρόμους τραγουδώντας. Στις καντάδες αυτές οι ηρακλειώτες θα ανοίξουν τα παράθυρα για να τους ακούσουν και οι πιο μερακλήδες θα βγουν στην πόρτα να κεράσουν τους τραγουδιστές που τραγουδούν τα πάθη απραγματοποίητων ή θνησιγενών ερώτων, της μοίρας τα άσκημα παιχνίδια και τον θάνατο, δηλ. τα μεγάλα θέματα της ζωής. Ο Νίκος Ξυλούρης στη λύρα και στο τραγούδι, ο Μάγκας (Ξυλούρης κι αυτός) στο μαντολίνο και μαζί τους οι: Κίμων, Πόλος (Χαιρέτης), Κουντοβαγγέλης (Κεφαλογιάννης), Μπατζαντώνης (Σμπώκος), νέοι που μόνο η φυσική τους παρουσία σε μάγευε. Οι ανωγειανοί λυράρηδες άλωσαν μουσικά την πόλη του Ηρακλείου χωρίς βία, ή σωστότερα το Ηράκλειο παραδόθηκε στη γοητεία της κρητικής μουσικής. Ο Νίκος Ξυλούρης ξεχώρισε κατά την ταπεινή γνώμη για τους εξής κυρίως λόγους: δύναμη στο δοξάρι, φωνή αρχαγγελική και ωραία φυσική παρουσία.
Στη οδό Χάνδακος, απέναντι από τα τυπογραφεία της εφημερίδας "Μεσόγειος" σε ένα αρκετά μεγάλο υπόγειο, θα βρει διέξοδο η δίψα των κατοίκων του Ηρακλείου για παραδοσιακή διασκέδαση. Ο Κίμων Μανουράς και ο Νταρολευτέρης (Λευτέρης Αεράκης) κουνιάδος και γαμπρός, θα ρισκάρουν ο μεν πρώτος τις οικονομίες του από το καφενείο ο δε δεύτερος τα έσοδα από την πώληση 100 προβάτων (όλη του η καταδιά 30 χρόνια βοσκός), και θα τολμήσουν να ανοίξουν τον "ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ", το πρώτο οικογενειακό κέντρο κρητικής μουσικής στο Ηράκλειο. Ο καλλιτέχνης που θα κρατήσει το πρόγραμμα για την πρώτη σεζόν που ήταν το 1967 ήταν ο Νίκος Ξυλούρης με πασαδόρους τον αδελφό του τον Γιάννη, τον Γιάννη Σταυρακάκη και τον Στέλιο Αεράκη. Τύχη αγαθή μου επεφύλαξε να είμαι γιος του Νταρολευτέρη και ανιψιός του Κίμωνα. Με κοντά παντελόνια ανεβασμένος σε ένα αναποδογυρισμένο καφάσι μπύρας, κρατούσα τα οικονομικά της επιχείρησης και με τα μάτια διάπλατα ανοικτά, ρουφούσα παραστάσεις.
Αυτό που γινόταν κάθε βράδυ στον Ερωτόκριτο, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Οι έχοντες καταγωγή από τα χωριά της Κρήτης, θέλοντας να αναπαραγάγουν στην πόλη τους γνωστούς για αυτούς τρόπους διασκέδασης, θα προσέρχονται συν γυναιξί και τέκνοις για να ακούσουν κρητική μουσική. Στο ρεύμα αυτό θα συμπαρασυρθούν και οι ηρακλειώτες και η κρητική μουσική από ετοιμοθάνατη, θα αναρρώσει, θα βγάλει φτερά και θα γίνει με την πάροδο του χρόνου κύριος τρόπος διασκέδασης. Βέβαια καθώς η κρητική μουσική δεν έχει χορό όπου το αρσενικό μπορεί να ψιθυρίσει μυστικά, στο αυτί του αντικειμένου του πόθου του, (η σούστα δεν προσφέρεται και τόσο), οι καλλιτέχνες υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων τις μικρές ώρες να κάνουν ένα διάλειμμα ευρωπαϊκό. Και ήταν μαγικό να ακούς τον Ψαρονίκο να τραγουδάει παίζοντας λύρα, το παθητικό ταγκό "η γυναίκα που ένιωσα...".
Το 1971 θα είναι η σειρά του Χαράλαμπου Γαργανουράκη, νέου ανερχόμενου καλλιτέχνη, ο οποίος θα είναι και ο τελευταίος που θα κρατήσει πρόγραμμα στον Ερωτόκριτο. Οι αρχές της εποχής δεν μπορούσαν να ανεχτούν ότι αριστερός Λευτέρης Αεράκης και ο δημοκρατικός Κίμος Μανουράς θα είχαν άποψη στον τρόπο διασκέδασης των ηρακλειωτών και βρίσκοντας δικαιολογία ότι το μαγαζί δεν διέθετε έξοδο κινδύνου θα το κλείσουν το 1972 εξαναγκάζοντας την οικογένειά μας σε μια ακόμα εσωτερική μετανάστευση, για την Αθήνα αυτή τη φορά. Το 1969 ο Ξυλούρης θα φύγει μόνιμα για την Αθήνα. Θα συνεργαστεί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην αρχή και στη συνέχεια και με άλλους συνθέτες. Ο Ψαρονίκος δεν ανήκει πια στην Κρήτη, αλλά στην Ελλάδα.
Τελειώνοντας θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση σε σχέση με τη διαφορετικότητα της κρητικής μουσικής. Στην Κρήτη με την πάροδο των ετών διαμορφώθηκαν διάφορες μουσικές σχολές. Λόγω κυρίως της απομόνωσης, κάθε χωριό ή έστω κάθε γεωγραφική περιοχή είχε το δικό της χαρακτηριστικό γνώρισμα. Άκουγες έναν καλλιτέχνη να παίζει και πριν τον δεις καταλάβαινες ότι ήταν Χανιώτης, Στειακός, Ρεθεμνιώτης κτλ. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει πια και είναι κρίμα. Οι ανωγειανοί καλλιτέχνες με το να διακριθούν, αποτέλεσαν πρότυπα και δυστυχώς άθελά τους βοήθησαν στο να χαθούν ιδιαίτερα παιξίματα από τους καλλιτέχνες άλλων περιοχών που προσπαθούν να τους μιμηθούν. Δεν χρειάζεται μίμηση, όρεξη για δημιουργία χρειάζεται. Οι καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής έχουν πολλά να μας δώσουν ακόμα, αρκεί να ανατρέξουν στις δικές τους αναφορές και μνήμες. Κανείς σκοπός, κανένα κανάκι, κανένα γύρισμα δεν πρέπει να χαθεί. Αυτός είναι ο μουσικός μας πλούτος και πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί.

*Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» στις 8-2-2001.