<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

Η ξυλογλυφία στην Κρήτη


Εμμανουήλ Ιωάν. Φαρσάρης
Συνταξιούχος Εκπαιδευτικός


Η ξυλογλυφία είναι η τέχνη και η τεχνική της επί του ξύλου ανάγλυφης ή έγγλυφης απεικόνισης διαφόρων μορφών ή καλλιτεχνικών σχεδίων. Υπήρξε μια από τις αρχαιότερες και πιο διαδεδομένες τέχνες. Το ξύλο ως πρώτη ύλη ήταν προσιτή και ευμεταχείριστη. Διάφοροι αρχαίοι λαοί ανήγαγαν την ξυλογλυφία σε τέχνη μεγάλης εκφραστικότητας και διακοσμητικού πλούτου. Στην αρχαία Ελλάδα τα ξόανα αποτέλεσαν την πρώτη μορφή ξυλογλυπτικής των Ελλήνων, οι οποίοι όμως είχαν μεγάλη επίδοση στη μαρμαρογλυπτική.
Είδη ξυλογλυφίας: Η ξυλογλυφία αποτελεί μέρος της ξυλοτεχνίας και της γλυπτικής. Διακρίνεται στην ξυλογλυπτική, την ξυλογραφία και την ξυλοποικιλτική. Ένα είδος ξυλογλυπτικής είναι η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική, με την οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω.

Τέμπλο Αγίου Δημητρίου στο χωριό Άγιος Γεώργιος Οροπεδίου Λασιθίου
Επάνω στο τέμπλο αναγράφεται: “Έργον Παναγιώτης Μακράκης”

Ανθιβόλιo (στάμπα) σε σμίκρυνση
Έχει σχεδιαστεί από το νιταδώρο Ιωάννη Εμμ. Χαλάτση.

Η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική: Αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην Κρήτη και έχει τις ρίζες της στη Β’ Βυζαντινή Περίοδο (961 – 1204).
Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά το 961 από τους Σαρακηνούς πολλές βυζαντινές οικογένειες μετοίκησαν στην Κρήτη. Άνεμος πνοής και πολιτιστικής ανάτασης άρχισε να πνέει στη μεγαλόνησο.
Η πολιτιστική επαφή της Κρήτης με το Βυζάντιο έφερε αλλαγές στη ναοδομία, την αγιογραφία και την εκκλησιαστική ξυλογλυπτική. Η παράδοση συνεχίστηκε και επί Βενετοκρατίας. Από νοταριακά έγγραφα της εποχής εκείνης γνωρίζουμε ότι από τον 15ο αιώνα η Κρήτη έκανε εξαγωγή έργων εκκλησιαστικής ζωγραφικής και ξυλογλυπτικής μαζί με καλούς ζωγράφους και ξυλογλύπτες στα Δωδεκάνησα και σε όλη τη χριστιανική Ανατολή.
Το 1511 «ο Ενετός περιηγητής Φραντζέσκος Γρασέτος ποιείται εύφημον μνείαν της ξυλογλυφίας και των οίνων της νήσου Κρήτης, περισυλλέγων ειδήσεις των προς εμπορίαν χρησίμων προϊόντων», σημειώνει ο ιστορικός Βασίλειος Ψιλάκης.
Η ξυλογλυπτική στο Οροπέδιο Λασιθίου: Είναι γνωστόν ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας “Χάτι Χουμαγιούμ” το 1856 οι Τούρκοι επέτρεπαν στους Κρήτες να ασκούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Ακολούθησε οργασμός ναοδομίας σε όλη την Κρήτη. Νέοι ναοί ανεγείρονται και οι παλαιοί ανακαινίζονται ή επεκτείνονται. Τότε αναζωογονήθηκε και η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική στο Οροπέδιο Λασιθίου.
Οι νιταδώροι του Μέσα Λασιθίου: Ένας τόπος που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα τότε η εκκλησιαστική ξυλογλυπτική ήταν το ιστορικό χωριό Μέσα Λασίθι, που γειτνιάζει με τη Μονή Κρουσταλλένιας, της οποίας η πρώτη ίδρυση τοποθετείται στη Β’ Βυζαντινή Περίοδο. Μάλιστα την περίοδο 1850 – 1940 το θρησκευόμενο Μέσα Λασίθι υπήρξε το σημαντικότερο κέντρο εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής και ανέδειξε σπουδαίους «νιταδώρους». Ο γλωσσικός όρος νιταδώρος στη λαϊκή γλώσσα σημαίνει ξυλογλύπτης τέμπλων.
Μια γενιά συγγενείς νιταδώροι του Μέσα Λασιθίου οργάνωσαν εργαστήρια και, είτε οργανωμένοι σε συντεχνία είτε ο καθένας χωριστά, φιλοτέχνησαν με δεξιοτεχνία και ένθεο ζήλο περί τα 200 εξαίσια ξυλόγλυπτα τέμπλα, τα οποία σώζονται και κοσμούν ναούς και μοναστήρια στο Οροπέδιο Λασιθίου και στις επαρχίες Μεραμπέλλου, Ιεράπετρας, Πεδιάδας, Βιάννου, στα Ανώγεια και άλλα χωριά του Ρεθύμνου κλπ.
Οι νιταδώροι αυτοί χρησιμοποιούσαν τεχνική παρόμοια με εκείνη του Αγίου Όρους και της Πάτμου. Υποθέτουμε ότι οι πρώτες μνήμες και εμπειρίες τους δεν είναι καθόλου απίθανο να πέρασαν μέσα τους από τα εξαίσια μεταβυζαντινά τέμπλα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα των γειτονικών νησιών, μέρη με τα οποία σχετιζόταν στενότατα η Κρήτη.
Η «Μεσαλασιθιώτικη Σχολή νιταδώρων»: Τα ολόγλυφα τέμπλα που φιλοτέχνησαν οι νιταδώροι του Μέσα Λασιθίου, απεικονίζουν με εύγλωττο τρόπο παραστάσεις από την πλούσια ορθόδοξη παράδοση και συνάμα αποτελούν θησαυρό για την ιστορία της ξυλογλυπτικής.
Έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον και το θαυμασμό πολλών για την καλλιτεχνική τους τελειότητα. Μάλιστα οι ειδικοί ομιλούν για «άτυπη Μεσαλασιθιώτικη Σχολή νιταδώρων».
Στη Σχολή αυτή ανήκουν:
Ιωάννης Εμμ. Χαλάτσης – Χαλατσογιάννης (1820-1912): Ήταν ο ιδρυτής, πρωτομάστορας και δάσκαλος της εν λόγω Σχολής. Η τοπική παράδοση λέει ότι μυήθηκε στην ξυλογλυπτική από μοναχούς του Αγίου Όρους και της Πάτμου. Σώζεται επιστολή του προς τη Μονή Πάτμου το 1860.
Εμμανουήλ Γεωργ. Μακράκης (1835 – 1906): Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Κερά Πεδιάδας Ηρακλείου.
Παναγιώτης Γεωργ. Μακράκης (1840 – 1915): Αδερφός του προηγουμένου και συνεργάτης του Χαλάτση.
Ιωάννης Γεωργ. Μακράκης (1842 – 1932): Αδερφός των προηγουμένων. Παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στη Νεάπολη Μεραμπέλλου.
Ζαχαρίας Κωνστ. Φαρσάρης – Χαλατσοζαχάρης (1865 – 1946): Ανιψιός και θετός γιος του Χαλάτση και γαμπρός του Παναγιώτη Γ. Μακράκη. Ήταν μόνιμος συνεργάτης τους.
Ιωάννης Εμμ. Κουμαρτζής – Κουμαρτζογιάννης (1883 – 1982): Συγγενής των ανωτέρω και συνεργάτης του Παναγιώτη Γ. Μακράκη.
Αρτέμιος και Γεώργιος Μακράκης: Γιοι του Εμμ. Γ. Μακράκη, ο οποίος τους μύησε στην ξυλογλυπτική και συνέχισαν τον έργο του στην Κερά Πεδιάδας και σ’ άλλες περιοχές του Ηρακλείου.
Εμμανουήλ Αρτεμίου Μακράκης (1892 – 1976): Εγγονός του Εμμανουήλ Γ. Μακράκη. Συνέχισε επαξίως στα νεότερα χρόνια την προγονική τέχνη, εργαζόμενος στη συνοικία Ακ Τάμπια (σημερινή Ανάληψη) Ηρακλείου. Έχει φιλοτεχνήσει πολλά τέμπλα στην επαρχία Πεδιάδας και σ’ άλλες περιοχές του Ηρακλείου.
Από τον Εμμανουήλ Αρτεμίου Μακράκη, εγγονό του φημισμένου νιταδώρου Εμμανουήλ Γ. Μακράκη, «έμαθε πολλά μυστικά της εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής, καθώς και μεθόδους ακονίσματος των εργαλείων του ξύλου» ο ξυλογλύπτης ιερέας Εμμανουήλ Καλαϊτζάκης, όπως ο ίδιος με πληροφόρησε προσφάτως.
Ο εν λόγω ιερέας Εμμανουήλ Καλαϊτζάκης από την Κασταμονίτσα Πεδιάδας Ηρακλείου είναι διακεκριμένος ξυλογλύπτης, υπεύθυνος στο Εργαστήρι Ξύλου του Τομέα Γλυπτικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών.
Επίσης ο ξυλογλύπτης Κωνσταντίνος Βενέρης, που διατηρεί εργαστήριο ξυλογλυπτικής στον οικισμό Κοκκίνη Χάνι Ηρακλείου, έμαθε πολλά από τον Εμμανουήλ Αρτεμίου Μακράκη.
Η τέχνη του νιταδώρου: Αντικείμενα της τέχνης του νιταδώρου ήταν κυρίως τέμπλα, άμβωνες, δεσποτικοί θρόνοι, στασίδια, προσκυνητάρια, εξαπτέρυγα, σταυροί, πολυέλαιοι, μανουάλια, τύπωσες (προσφορικές σφραγίδες), καθώς και είδη οικιακής χρήσης.
Το συνεργείο τους ήταν οργανωμένο με καταμερισμό εργασιών. Επικεφαλής της συντεχνίας ήταν ο πρωτομάστορας.
Το εργαστήριό τους ήταν ευρύχωρη αίθουσα, ειδικά διαρρυθμισμένη, με μεγάλο πάγκο και ταξινομημένα τα εργαλεία και τα σχέδια τους (ανθιβόλια).
Τα εργαλεία τους ήταν προβιομηχανικά εντόπιας κατασκευής. Κυριότερα λαξευτικά εργαλεία ήταν οι σμίλες (γλύφανα) με κοπτική μύτη ίσια ή καμπύλη ή λοξή ή κοίλη ή αιχμοειδή κλπ. Ο Χαλάτσης λέγεται ότι είχε περί τις 300 σμίλες. Όλες οι εργασίες γίνονταν με τα χέρια, χωρίς καμιά μηχανοκίνητη εργαλειομηχανή.
Τα ξύλα των τέμπλων ήταν ρητινώδη. Ευθυτενείς κορμοί κυπαρισσιών τους οποίους έκοβαν το Γενάρη στη λίγωση του φεγγαριού.
Η επεξεργασία των ξύλων ήταν αρχικά αδρομερής. Αποφλοίωση, “ξεχόντρισμα” με τη σκεπαρνιά και το σκεπάρνι και αποξήρανση σε στεγασμένο χώρο. Επακολουθούσε σκίσιμο και τεμαχισμός με πριόνια. Έπειτα εμποτισμός με ελαιόλαδο ή λινέλαιο και πλάνισμα με τη ρουκάνα (ξυλοτεχνική πλάνη).
Τα ανθιβόλια των νιταδώρων: Η αρχική αποτύπωση των παραστάσεων γινόταν με ειδικά σχέδια (φόρμες) που τα έλεγαν “στάμπες”. Το μέγεθός τους είναι φυσικό, όσο το κάθε κομμάτι του τέμπλου. Οι στάμπες είναι διάτρητες στις γραμμές τους με τρυπίτσες σε απόσταση χιλιοστού. Είναι τα ανθιβόλια των βυζαντινών.
Η αποτύπωση των παραστάσεων: Ο νιταδώρος άπλωνε τη διάτρητη “στάμπα” (ανθιβόλιο) στο πλανισμένο ξύλο. Έβαζε πάνω ψιλή καρβουνόσκονη, που ήταν μέσα σε “τουλουπάνι” (αραιοϋφασμένο βαμβακερό ύφασμα). Έτριβε το τουλουπάνι με την καρβουνόσκονη, η οποία περνούσε από τις τρυπίτσες της στάμπας και σχηματιζόταν η παράσταση. Σήκωνε τη στάμπα και με μολύβι ζωήρευε τις γραμμές του σχεδίου.
Το σκάλισμα των τέμπλων: Απαιτούσε ειδικές καλλιτεχνικές ικανότητες και εξειδικευμένες γνώσεις. Επί πολλές ώρες ημερησίως και για πολλούς μήνες σκάλιζε προσεκτικά και με τη δημιουργική του φαντασία μετέτρεπε το άμορφο ξύλο σε εξαίσιο “λεπτούργημα”.
Η συναρμολόγηση: Τα τέμπλο μιας μονόκλιτης εκκλησίας αποτελείται τουλάχιστον από 200 περίπου μικρά και μεγάλα κομμάτια, τα οποία σκάλιζαν χωριστά το καθένα. Έπειτα τα συναρμολογούσαν με τέλεια εφαρμογή, ώστε μετά την τοποθέτησή τους να αποτελούν ενιαίο αρμονικό σύνολο. Ακολουθούσε η εργασία του “χρυσωτή τέμπλων” και του ζωγράφου. Επιχρυσωμένο, ζωγραφισμένο και συμπληρωμένο με βυζαντινές εικόνες το τέμπλο αποτελεί ένα εξαίσιο κομψοτέχνημα.
Η ταυτοποίηση των τέμπλων: Οι νιταδώροι του Μέσα Λασιθίου απέφευγαν από ταπεινοφροσύνη να γράφουν το όνομά τους. Ελάχιστα τέμπλα φέρουν το όνομά τους και αυτό δυσχεραίνει την ταυτοποίησή τους. Όμως είναι ευδιάκριτα. Οι ειδικοί τα ξεχωρίζουν από την ιδιαίτερη τεχνοτροπία τους. Όλα είναι ολόγλυφα, όμοια ή παραπλήσια, πλούσια σε συμβολικές παραστάσεις, με σαφή διάταξη και οργανική θέση των επιμέρους τμημάτων.
Επιλεγόμενα: Λεπτομερέστερη αναφορά στα έργα και στην τέχνη των εν λόγω νιταδώρων ξεφεύγει από τους στόχους του παρόντος άρθρου.
Αναλυτικότερα στοιχεία από το αρχείο των νιταδώρων, φωτογραφίες τέμπλων, ανθιβόλια, ντοκουμέντα, βιογραφικά κλπ έχουν καταχωριστεί σε δύο βιβλία – λευκώματα, που έχει εκδώσει προσφάτως ο γράφων, απόγονος των νιταδώρων.
Βλ. Εμμανουήλ Ιωάν. Φαρσάρη:
α) Οι ξυλογλύπτες (νιταδώροι) Μέσα Λασιθίου Οροπεδίου Λασιθίου (αυτοέκδοση, 2001)
β) Μέσα Λασίθι, ένα ιστορικό χωριό του Οροπεδίου Λασιθίου, σελ. 107 – 136 (αυτοέκδοση, 2003)