<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

ΛΟΥΛΗΣ & ΙΚΑΡΟΣ ΕΠΕ


Γιώργος Φωταράς
Εκδότης

Πολύ πριν οι διάφορες ΤΕΧΝΟΔΟΜΕΞ στοιχειώσουν τα όνειρα των Ελλήνων.

Το γραφείο του κ. Διευθυντού σχεδόν άδειο και παγωμένο έκανε τον Ίκαρο να νιώθει ακόμα πιο άβολα. Ένα ξύλινο γραφείο, μάλλον λάφυρο από καμιά εκστρατεία στην Ασία, δυο προθήκες με τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδείας για το σχολικό έτος λαξευμένες βιαστικά από ανελλήνιστους μάστορες – έτσι όπως ήτανε γεμάτες λάθη στα σημεία στίξης – και ένα άγαλμα του Δία, που όμως δεν τον κολάκευε καθόλου, μιας και ο χιτώνας του έμοιαζε με θεραπαινίδος περισσότερο παρά με Αρχηγού Θεών.
-Καλημέρα κύριε Ίκαρε...τον έβγαλε από τις σκέψεις του ο κ. Διευθυντής.
-Καλημέρα σας...πήρε αμέσως εκείνο το σιχαμερό και γλοιώδες του ύφος ο Ίκαρος, σιχαμερό και γλοιώδες μεν, αποτελεσματικό δε, καθώς τον είχε βγάλει ασπροπρόσωπο σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής του.
- Φαντάζομαι πως γνωρίζετε το λόγο της πρόσκλησής μου... εξαπέλυσε την επίθεσή του ο
κ. Διευθυντής.
- Περίπου...κράτησε τις αποστάσεις ο κ. Ίκαρος.
-Αγαπητέ μου...συνέχισε σα να μην άκουσε το περίπου του συνομιλητή του ο κ. Διευθυντής...η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Σεβόμαστε την κοινωνική σας θέση, το όνομά σας και την ομολογουμένως σφοδρή επιθυμία σας να δείτε τον Δαίδαλο επιστήμονα όμως...
Αν του ‘ριχνε έναν κεραυνό ο Δίας, από κείνους που κοπανάει πότε πότε στο κεφάλι της φουκαριάρας της Ήρας, λιγότερο θα πονούσε. Ώστε το καμάρι του, ο διάδοχός του, ο μοναδικός του κληρονόμος, ό,τι είχε και δεν είχε σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, ήταν ένας μπούφος;
- Δυστυχώς αγαπητέ μου, δεν γίνεται τίποτα. Θα πρέπει να δείτε τι θα κάνετε με τον συμπαθέστατο κατά τα άλλα γιο σας. Κάντε τον πολιτικό, επιχειρηματία, μελλοντολόγο, όμως αρχιτέκτονα...Θεέ μου.
Ο κ. Ίκαρος ήξερε ότι από μικρός ο Λούλης – έτσι τον φώναζαν στο σπίτι – δεν ήταν και ό,τι καλύτερο διέθετε η Ελλάδα. Στην ερώτηση πώς τον λένε απαντούσε πάντα με ένα ...εμένα; στο Νηπιαγωγείο όταν κατάφερε να μάθει πως το κουδούνι χτυπά για να μπούνε στην αίθουσα κι όχι για να παίξουν κρυφτό κάνανε πάρτυ, ενώ στο Γυμνάσιο απαντούσε ...δικά μου ένα κι ένα ή, δικά σου; καθώς, όπως τον είχε δασκαλέψει ο παμπόνηρος πατέρας του αν επρόκειτο για δικά τους ένα κι ένα πάντα έκαναν κάτι παραπάνω από δύο ενώ, αν επρόκειτο για ξένα, ποτέ δεν έκαναν παραπάνω από ενάμιση. Κουτσά στραβά πάντως, άντε με λίγη πειθώ, άντε με κάτι εξωτικά ταξίδια, βάλε και κάτι ταμειακές διευκολύνσεις, τα κατάφερε να τον σπρώξει τον Λούλη του μέχρι την Αρχιτεκτονική Σχολή και να τώρα που έπεσε πάνω στον κ. Διευθυντή. Όμως δεν τον ήξερε καλά τον κ. Ίκαρο. Δεν τα’ χε φτιάξει τα ωραία του λεφτά κάνοντας πίσω στην πρώτη δυσκολία, αλλά παλεύοντας με Θεούς και δαίμονες, ειδικά με τους δεύτερους.
- Κύριε Διευθυντά...το συνοφρυωμένο πρόσωπο του Κλεισθένη δεν προδίκαζε τίποτα καλό. Και του το’ χε πει φεύγοντας απ’ το σπίτι το πρωί η συμβία, να προσέχει γιατί είχε δει ένα περίεργο όνειρο.
- Μάλιστα κύριε Κλεισθένη...απάντησε σχεδόν ικετεύοντας ο κ. Διευθυντής.
- Έμαθα πως ο φίλτατος κ. Ίκαρος αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα με τον επίσης φίλτατο γιό του Δαίδαλο. Μήπως μπορείτε να μου πείτε τι είδους προβλήματα είναι αυτά;
-Ιδέα δεν έχω κύριε Κλεισθένη...κι εμένα μου είπαν πως κάποιοι κακεντρεχείς καθηγητές, ξέρετε τώρα, ζηλεύοντας προφανώς το νεαρό, διαδίδουν, μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω εντελώς αβάσιμα, πως ο νεαρός δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά στα μαθήματα και πως δεν αξίζει το άριστα στο πτυχίο του, άκου εκεί οι άθλιοι, με συγχωρείτε κιόλας για τη φράση μου αλλά, η αδικία, όλη αυτή η προσπάθεια και να βρίσκονται κάποιοι, άντε να μην τους χαρακτηρίσω, και να αποτελούν τροχοπέδη στην μεγαλειώδη αυτή προσπάθεια του λαμπρού αυτού νέου. Κόμποι ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπο του κ. Διευθυντού, το σφιγμένο πρόσωπο του κ. Κλεισθένη, κάτι κατσάβραχα στην Ήπειρο τα ‘βλεπε μπροστά του όπως και το αποτέλεσμα του εξοστρακισμού, Ναι 2.899 Όχι 1, μόνο το δικό του, όχι η λεγάμενη θα του τη χάριζε.
-Κοιτάξτε τι θα κάνετε λοιπόν, ο κύριος Ίκαρος έχει πολύ πιο σπουδαία πράγματα να ασχοληθεί από τις παραξενιές κάποιων κρατικών λειτουργών. Εντάξει;
-Βεβαίως, βεβαίως κύριε Κλεισθένη, μείνετε ήσυχος.
Όταν το έμαθε ο Λούλης, ότι δηλαδή είναι πια πτυχιούχος αρχιτέκτονας και μάλιστα αριστούχος, φώναξε την παρέα και τα ’σπασαν σε ξενυχτάδικο που είχε φέρει κάτι οργανοπαίκτες απ’ την Ανατολή, άλλο πράγμα. Άλλωστε δεν χρειαζόταν πια να σκέφτεται το μέλλον. Τον άλλο μήνα θα πήγαινε στην Κρήτη όπου ο πατέρας του, α ρε πατέρα, του ΄χε κλείσει όχι μόνο μια μεγάλη δουλειά αλλά και νύφη. Βιαζόταν βλέπετε να πιάσει στα χέρια του τον Ίκαρο τζούνιορ για τον οποίο έκανε μεγάλα όνειρα. Μωρέ μέχρι αεροπόρο θα τον κάνω έλεγε και ξανάλεγε. Κάτω στην Κρήτη ο Μίνωας έβλεπε πως η κρεβατομουρμούρα της Πάσης –υποκοριστικό της Πασιφάης – όπου να’ ναι θα τελείωνε...μα κοτζάμ Βασιλιάδες και να μας περνάνε οι ξυπόλητοι, οι Γορτύνιοι σε αριθμό δωματίων; Με τον Δαίδαλο που θα του ‘χτιζε το καινούριο παλάτι θα πετύχαινε με ένα σμπάρο δυο τριγόνια. Και παλάτι και γαμπρό. Η Αριάδνη, μεγαλοκοπέλα πια, είχε αρχίσει να κοιτάζει αριστερά και δεξιά, έτοιμη για αυτό που λένε με παπά και με κουμπάρο.
Όταν πολλά χρόνια αργότερα το παλάτι που έφτιαξε ο Δαίδαλος επιτέλους τελείωσε, όλοι κάνανε το κορόιδο όχι μόνο με τις απίστευτες κακοτεχνίες και τις παραλείψεις, αλλά και για το γεγονός πως ήταν τόσο μπερδεμένο ώστε όποιος έμπαινε μέσα για να βγει, έπρεπε να κρατά χάρτη αλλιώς τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. Όλοι εκτός από το Μίνωα που θέλοντας να διατηρήσει την υστεροφημία του κάλεσε τους ιστορικούς της εποχής και αφού τους μάντρωσε σε ένα δωμάτιο άρχισε να τους υπαγορεύει
-Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς που τον λέγανε Μίνωα...
Και ήταν η Ιστορία, που καθισμένη εκεί ψηλά στον Όλυμπο άκουγε τις μπούρδες του Μίνωα για Λαβύρινθους, Μινώταυρους και φυλακισμένους δημιουργούς και γέλαγε. Και μόνο όταν άκουσε εκείνο το κεφάλαιο που μιλούσε για τον μίτο της Αριάδνης δεν άντεξε και σηκώθηκε
-Ε, όχι και μίτος ο μύτος της Αριάδνης, ε όχι και μίτος η μυταρόλα του νούμερου!