<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

Λευκές νύχτες στο Βατικανό


Έρση Σωτηροπούλου
Συγγραφέας


Είμαι ο δούλος της αγάπης. Αυτό με κρατάει ξύπνια. Όταν άρχισε, το περασμένο καλοκαίρι, ετοιμαζόμουν να φύγω για διακοπές. Ήταν Παρασκευή, 22 Ιουλίου και δεν έκλεισα μάτι ως το μεσημέρι της Δευτέρας. Την εποχή του καύσωνα η μία στις δυο νύχτες μου ήταν λευκή. Οι διακοπές αναβλήθηκαν και οι φίλοι μου ένιψαν τας χείρας τους. Χωρίς να το καταλάβω ο έρωτας έτρωγε την κούραση. Η νύστα είχε εξαφανιστεί. Έφτασα να κοιμάμαι δέκα ώρες τη βδομάδα. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί καλύτερα.
Το δεκαπενταύγουστο άρχισα να βγαίνω στους δρόμους. Μόλις άναβαν τα πρώτα φώτα στα γεφύρια του Τίβερη, το ερωτικό παραλήρημα με τραβούσε έξω από το σπίτι. Έφευγα και πήγαινα στο Τραστέβερε, τριγύριζα ώρες στα σοκάκια, βαριόμουν θανάσιμα. Περνούσα πάλι τη γέφυρα του Γαριβάλδη, έκανα βόλτα στο γκέτο, έπινα καφέ στην πιάτσα Ναβόνα κι έφευγα κι από κει λέγοντας οτι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω. Δεν ξαναπατούσα. Κάθε μέρος με έδιωχνε, κάθε νύχτα έκανα άλλη διαδρομή. Ο έρωτας με κυνηγούσε στον ανήφορο της Τρινιτά ντέι Μόντι και ταυτόχρονα με έσπρωχνε στον κατήφορο που τραβάει ευθεία για την κολόνα του Τραϊανού. Λαχανιασμένη άλλαζα πεζοδρόμιο. Γύριζα πίσω στον Τίβερη. Χωρίς να κοιμηθώ έτρεχα μέχρι την Άρα Πάτσις, έτρεχα στις Θέρμες του Καρακάλλα.
Με το φθινόπωρο η κατάσταση χειροτέρεψε. Η αυπνία ήταν ακατανίκητη, ο έρωτάς μου δε χωρούσε στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι ήρθα στο Βατικανό. Νοίκιασα ένα δυάρι σε μια πλατεία που λέγεται αγία Μαρία των Χαρίτων στους Φούρνους. Από το παράθυρο φαίνεται ο άγιος Πέτρος. Είναι Νοέμβρης και η ζωή μου βαδίζει πλέον σταθερά ενάντια στον ύπνο.
Μένω στο Βατικανό. Σ'αυτή την πολυκατοικία οι περισσότεροι είναι ταξιτζήδες. Τώρα τις νύχτες δεν κοιμάμαι πια καθόλου. Κάθομαι στο κρεβάτι μου, στο σκοτάδι, κοιτάζω το φωτισμένο διάδρομο και μετράω τα φιλιά. Ένα, δυο, τρία, δέκα... είκοσι φιλιά. Φιλιά, φιλιά, θέλω πιό πολλά φιλιά... Ποτέ δεν φτάνουν. Μερικά χάνονται στους τοίχους. Άλλα τρέχουν ασταμάτητα ή μένουν κολλημένα στο γλόμπο του διαδρόμου. Γυρίστε, γυρίστε σε μένα, φιλιά... Κάποιο κρύβεται στην πόρτα του μπάνιου. Ο ρυθμός της αναπνοής μου γίνεται πιό γρήγορος. Τα χείλη μου έχουν ξεραθεί. Κάνει κρύο, στη μετακόμιση ξέχασα τις κουβέρτες. Με την πλάτη στον τοίχο τυλίγομαι με το σεντόνι σαν μούμια και περιμένω. Ένα, ένα, έρχονται στην αγκαλιά μου και σβήνουν. Φιλιά, φιλιά, δε χορταίνω τα φιλιά. Όταν οι καμπάνες του αγίου Πέτρου σημάνουν τον όρθρο, βρίσκομαι εδώ κοκαλωμένη κι εξακολουθώ να μετράω. Χίλια, χίλια διακόσια φιλιά... Ποτέ δεν είναι αρκετά. Στο τέλος όλα γυρίζουν πίσω και πέφτουν πάνω μου ορμητικά. Μια νύχτα μπορεί να χωρέσει μέχρι τρεις χιλιάδες φιλιά.
Τις Κυριακές, μετά το ματς, τα φιλιά είναι λιγότερα. Αν σφυρίξει πέναλτυ προλαβαίνω να μετρήσω ως 25 στη στιγμή. Όταν με πιάνει η ισχυαλγία, εκείνα τα βράδια με την ψιλή, αόρατη βροχή που η υγρασία ανεβαίνει από τον Τίβερη και σου κολλάει στο δέρμα, βγαίνω και πηγαίνω κουτσαίνοντας στο μπαρ Καρδινάλιος Λουάλντι. Ένα καφέ, ένα ποτήρι νερό, ένα κορνέτο, λέω και πέφτω εξουθενωμένη στο κάθισμα. Το γκαρσόνι έχει ήδη φύγει, ξέρει απέξω την παραγγελία. Τελειώνει εκεί. Η ανυπομονησία με τρώει, τα νεύρα μου είναι κουρέλι, θέλω να γυρίσω σπίτι να μετρήσω τα φιλιά. Πριν έρθει ο δίσκος, ρίχνω τα χρήματα στο τραπέζι και σηκώνομαι με κόπο. Τρέχω, τρέχω, ενώ η βροχή δυναμώνει. Πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει ένας κουτσός;
Τις άλλες μέρες είναι όπως σήμερα. Μένω μέσα. Για ποιό λόγο να βρώ. Το πόδι μου δεν πονάει. Η ώρα περνάει και σκέφτομαι τί γλυκιά που είναι η δουλεία και πόσο μ'αρέσουν τα φιλιά. Περιμένω να σκάσει ο παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων. Στις έντεκα ακριβώς οι γείτονες σβήνουν την τηλεόραση. Τα μεσάνυχτα αρχίζω το μέτρημα. Όλα είναι ήσυχα, πολύ ήσυχα. Δεν ακούγεται κανένας θόρυβος. Το νερό τρέχει στη μπανιέρα. Κάθε τόσο το ψυγείο παίρνει μπρος. Μου λείπεις, σε έχω πεθυμήσει. Μου λείπουν τα φιλιά. Πολλά, πιό πολλά, αμέτρητα φιλιά. Ξεροκαταπίνω στο σκοτάδι. Το νερό έχει γεμίσει τη μπανιέρα.

Η συγγραφέας Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1953 και ζει στην Αθήνα. Έχει γράψει ποιήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά της "Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές" (1999) τιμήθηκε με το Κρατικο΄Βραβείο Λογοτεχνίας και το Βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού "διαβάζω"