<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

«Ερωτιές μιας άλλης εποχής»


Σήφης Κοσόγλου
Φιλόλογος


α. Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε.
Δ. Σολωμού: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (σχεδ. Β’)
β. Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα.
Δ. Σολωμού «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (σχεδ. Γ’)



Σίγουρα θεωρείται κοινοτοπία το να μιλήσεις σήμερα στους άλλους για τον Έρωτα και τις Ερωτιές, αφού ο καθένας έχει τη δική του γνώση για το θέμα και τις δικές του προσλαμβάνουσες.
Μιας και βρισκόμαστε λοιπόν στον Απρίλη και «εν αναμονή» του Μάη που θεωρούνται μήνες κατ’ εξοχήν ερωτικοί, θεωρήσαμε ενδιαφέρον να αναφερθούμε σε «περαζούμενες εποχές», όπου τα σχετικά με τον έρωτα και τις ερωτιές είχαν μιαν άλλη διάσταση πιο ειδυλλιακή, πιο ρομαντική σε σχέση με το σήμερα.
Το πώς λοιπόν μπορούσαν να γενούν «οι ερωτιές» εκείνα τα χρόνια μας περιγράφει με φυσικό και γλαφυρό τρόπο ο ποιητής Νικ. Κουτούζης (1) στο ποίημά του που παραθέτουμε παρακάτω:

Ειδύλλιον (2)

Μια ταχυνήν επήγα για να περιχαρώ
μέσα εις κάποια δάση και εις τόπο δροσερό.
Κ’ εκεί, ‘ς τα δάση, μέσα, ‘ξανοίγω από μακριά
μια κόρη πλουμισμένη, μ’ αγγελική θωριά
5 κ’ εμάζωνε τα ρόδα και ανθούς με τη δροσιά·
τα στήθη της στολίζει και τρυφερά βυζιά.
Και παρεκεί, κοντά της, τον Έρωτα θωρώ
σαγίττα κ’ ετοιμάει, με ξίφος κοπτερό
και απόκρυφα τη ρίχνει, μου σφάζει την καρδιά,
10 τη φλέβα τη μεγάλη, γι’ αυτήν την κορασιά.
Λιποθυμίζω, πέφτω, λογίζομαι ως νεκρός
γιατί μ’ εδόθη πόνος πολλά φαρμακερός.
Και η κόρη βλέποντάς με τρέχει πιλιό σιμά
και, ως είδα, να μου δώσει βοήθεια ‘πεθυμά·
15 και πιάνει μου το χέρι, κοιτάζει το σφυγμό
και παρευθύς λαβαίνω ‘ς τή φλόγα δροσισμό.
Λέγει μου: Σήκω απάνω, έχε παρηγοριά
και θέλ’ είμαι δική σου, χωρίς αμφιβολιά.
Και δίνει μου ‘ς τά χείλη κάποιο γλυκό φιλί
20 με σπλάχνος και αγάπη κ’ επιθυμιά πολλή.
Τότε συνέφερέ με από το ζαλισμό,
πού είχα ολίγο πρώτα, και από το σκοτισμό.
Και αρχίζει κ’ ερωτά με γιά τή λιγοψυχιά,
οπού μού εσυνέβη με τόση δυστυχιά.
25 Κ’ εγώ τζη απιλογούμαι με βαρυστεναγμό,
τό πώς με κατατρέχει Έρωτας με θυμό
κ’ έρριξε ‘ς τήν καρδιά μου πολλά φαρμακερή
σαγίττα γιά τ’ εσένα, γλυκειά μου λυγερή.
Κ’ ετούτη είν’ αιτία, κόρη μου, πού γροικώ
30 ‘ς τά φυλλοκάρδια μέσα αμέτρητο κακό.
Τώρα από ‘σένα στέκει να λάβω ανασασμό,
κόρη πεφημισμένη, και όχι αφανισμό.
Μή θές, ερωταριά μου, να καταμαραθή
τής νιότης μου το άνθος και να κατασβησθή.
35 Έλα, θεράπευσέ με τούς πόνους σπλαχνικά,
οπού γιά σέ, νεράϊδα, γροικώ ‘ς τά σωθικά.
Βλέπε και τά πουλάκια, ‘ς τά δάση π’ απετούν,
ταίρι και αυτά ζητούσι να γλυκανταμωθούν.
Και οι έμορφοι οι κύκνοι από τές ερημιές
40 σμίγουσι και ταιριάζουν ‘ς τές ακροποταμιές.
Και όλα τάγρια ζώα, εκεί, πού κατοικούν,
‘ς τές λαγκαδιές, με ταίρι κι αυτά συνομιλούν.
Έτζι κ’ εμέ τυχαίνει τώρα ν’ αγκαλιασθώ
μ’ εσέ και να ταιριάσω, να καλοτυχισθώ.
45 Και αυτή μού αποκρίθη με σχήμα ταπεινό.
Νεούτζικε, μού λέγει, κ’ εγώ σέ συμπονώ.
Γιατί κ’ εμέ η καρδιά μου ήθελε πληγωθή
τήν ώρ’ αυτή, πού σ’ είδα, κ’ είχε καταλυθή.
Λοιπόν, ηγαπημένε και πλουμιστέ μου αητέ,
50 έλα, περίλαβέ με, ως θέλεις, ποθητέ.
Και όσον υγιαίνω κ’ έχω αναπνοή,
κράζομ’ ευτυχισμένη ‘ς όλη μου τήν ζωή.
Καλοτυχίζω εκείνη τήν κόρη, πού ευρεθή
τήν άνοιξι ‘ς τά δάση με νέον να σμιχθή
55 και εις όμορφο λιβάδι ‘ς το χάραμα τζ’ αυγής
‘ςε λουλουδάκι’ απάνου ‘ς το στολισμόν της γης.
Κ’ εκεί κοντά να τύχουν βρύσες με κρύα νερά
κι αγριοκαλαμιώνες, χορτάρια δροσερά,
κέδροι και κυπαρίσσια, δέντρα με τούς καρπούς
60 και παρεκεί κοπάδια μαζί με τούς βοσκούς,
ποτάμια, πού να τρέχουν κάποια γαργαριστά
νερά και να ποτίζουν άγρι’ άνθη πλουμιστά.
Απέκει ν’ αγναντεύη ‘ς τά δάση, μακρινά,
τούς κάμπους ανθισμένους και τά ‘ψηλά βουνά,
65 να βλέπη και πουλάκια να γλυκοκελαηδούν
και ν’ αναπετουρίζουν και να συχνοπηδούν,
μάλιστα να συρίζη ζέφυρος αυγινός
τήν ώρα, πού ανατέλλει το άστρο Αυγερινός.
Ω τί χαρά μεγάλη και πόθου γλυκασμός,
70 πού τήν περικυκλώνει και γλυκοδροσισμός!
Μεγάλη ευφροσύνη, μεγάλη χαρμονή
λαβαίνει η καρδιά της και άκρα ηδονή.
Βέβαια κ’ εγώ τώρα τού λόγου μου επαινώ
πώς είμαι γεννημένη ‘ς αστέρι φωτεινό,
75 γιατί έτυχα, μού λέγει, μ’ εσέ τόν πλουμιστό
νέον εδώ ‘ς τά δάση να γλυκοταιριαστώ.
Τότες εγώ δακρύζω οχ τήν πολλήν χαρά
και είπά της πώς έχω γιά σέ τύχη λαμπρά.
Και η κόρη μ’ απεκρίθη λέγοντας πώς γλυκό
80 έλαβα μετ’ εσένα κ’ εγώ το ριζικό.

Ας καλωσορίσουμε λοιπόν τον Απριλομάη και γενικότερα την Άνοιξη με ερωτική, μα προπάντων με καλή ψυχική διάθεση. «Μάγεμα η Φύση κι όνειρο…» γύρω…
Κι εμείς τι καρτερούμε;


(1) Νικ. Καρούζης: (1741-1813) Κληρικός, ζωγράφος και ποιητής στη Ζάκυνθο.
(2) Ειδύλλιον, το: Σύντομο περιγραφικό ή διαλογικό ποίημα εξαιρετικής τεχνικής με θέμα προερχόμενο από την αγροτική ή ποιμενική ζωή. Ο χαρακτήρας του ποιήματος τρυφερός, ερωτικός, διανθισμένος με μυθολογικά στοιχεία.
Μτφ. Τρυφερή ερωτική σχέση ή ερωτικό επεισόδιο