<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

"Επταήμερη..."

(Διήγημα)


Νίκος Βλαντής
Συγγραφέας

Αναρωτιέμαι αν έπρεπε να της είχα πει πως την αγαπάω. Άραγε θα άλλαζε κάτι; Μου φαίνεται πως είχε αποφασίσει να μου κάνει πλάκα και πως τίποτε δεν θα μπορούσε να της αλλάξει τα μυαλά. Τώρα πρέπει να τη βλέπω κάθε μέρα στο σχολείο. Μέχρι να τελειώσει η χρονιά. Και το καλοκαίρι; Άραγε θα πάει στη Σητεία να ησυχάσω;
Κατά βάθος το ξέρω πως αυτό είναι κάτι που δεν θέλω.
Πολλές φορές έχω ξαναφέρει στο μυαλό μου το μοιραίο συμβάν. Εκεί, στο ξενοδοχείο. Επταήμερη, όλοι πιωμένοι, στο δωμάτιο να παίζουμε χαρτιά. Κάποια στιγμή, η Βάσω σηκώνεται και μου πιάνει το χέρι. Την ακολουθώ ανυποψίαστος. Φτάνουμε πλάι στην τουαλέτα, και εκεί με αγκαλιάζει και με φιλάει.
Εντάξει ρε κολλητέ, είχα ξαναφιλήσει γκόμενα, πολλές φορές, όπως και είχα φασωθεί άπειρες. Αλλά πώς να στο πω, το φιλί της ήταν… γλυκό, όχι, δεν μύρισα το καπνό και το ουίσκι στην ανάσα της, όχι δεν θεώρησα πλαδαρό το κορμί που χούφτωνα, όχι, δεν σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή τα στραβά πόδια της, αλλά… πώς να στο πω;
Ερωτεύτηκα.
Μετά πήγαμε βόλτα έξω από το ξενοδοχείο και φασωθήκαμε γερά σε κάτι θάμνους. Της ζήτησα να πάμε στο δωμάτιό μου. Όπως ξέρεις, μπορούσα κάλλιστα να κανονίσω με τον Κώστα και τον Δημήτρη να πάρουν τον πούλο για κάνα δυο ώρες. Εκείνη με τούμπαρε.
«Άσ’ το, αγάπη μου», μου είπε. «Τόσα βράδια έχουμε μπροστά μας».
Με είπε «αγάπη μου». Εγώ ο μαλάκας το πίστεψα.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί στην αίθουσα για το πρωινό, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή μόλις την είδα. Πήγα να της μιλήσω. Την καλημέρισα. Δεν πήρα απάντηση.
Δεν πειράζει, σκέφτηκα, ίσως να είναι αγουροξυπνημένο το μωρό μου.
Δυστυχώς, έκανα λάθος.
Για να μην σ’ τα πολυλογώ, όλη την υπόλοιπη εκδρομή δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Δηλαδή, όσες φορές πήγα να τη βρω, ήταν με τη φίλη της, ξέρεις, εκείνη την ψηλή και ξερακιανή που θέλει να την φωνάζουν Βάντα ενώ τη λένε Βαρβάρα. Η Βάντα μου έλεγε πως η Βάσω δεν ήθελε να μου μιλήσει.
Μέχρι που έχασα το κουράγιο μου, και δεν ξαναδοκίμασα. Τότε ήταν που ένιωσα ότι ήθελα να της πω ότι την αγαπάω, ότι είμαι ερωτευμένος μαζί της, το καταλαβαίνεις;
Δεν το έκανα.
Τις υπόλοιπες μέρες της εκδρομής, γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα μόνος μου, με το CD Player στα αυτιά. Άκουγα Eminem, Loose your self και ήμουν στην κοσμάρα μου. Θυμόμουν: τον τελευταίο καιρό, είχα προσέξει ότι η Βάσω μου έκανε τα γλυκά μάτια. Δεν είχα δώσει σημασία. Αναρωτιόμουν: είχα κάνει κάτι που την πείραξε; Στην τελική, εκείνη με πήρε παραμέσα και με φίλησε, όχι εγώ. Και ήλπιζα: άραγε θα τα φτιάχναμε;
Γι’ αυτό σου λέω: σκατά πέρασα στην εκδρομή, μεγάλε. Ούτε ξίδια, ούτε χαρτιά, ούτε καν στα ξενυχτάδικα που μας πηγαίνανε δεν πήγαινα. Με τη δικαιολογία ότι ήμουν άρρωστος, έμενα στο ξενοδοχείο. Είπαμε, άκουγα Eminem και την είχα δει κάπως.
Μέχρι που την τελευταία μέρα, καθόμουν στο λεωφορείο με την Άννα, την ξέρεις την Άννα, εκείνη τη γαμάτη τύπισσα που δεν ξέρει πόσα σκουλαρίκια και τρύπες έχει, γαμώ τα άτομα, και περνάει η Βάντα, με το στυλάκι Βανδή (κλασσικά) και της λέει, ενώ εγώ άκουγα μουσική στα ακουστικά (κλασσικά):
«Τι έχει ο Νίκος; Ερωτική απογοήτευση;»
Μόλις μου το ’πε η Άννα, έγινα έξαλλος. Θέλησα να σηκωθώ και να πάω να τις βάλω στη θέση τους και τις δύο. Ευτυχώς, εκείνη με συγκράτησε: «μην δίνεις σημασία, μαλακισμένες είναι».
Δίκιο έχει.
Τώρα ευτυχώς, γυρίσαμε. Πρέπει να στρωθώ στο διάβασμα, είμαστε στην τελική ευθεία για τις εξετάσεις. Πρέπει να τη βγάλω απ’ το μυαλό μου. Δεν μπορώ όμως: κάθε ώρα και στιγμή τη σκέφτομαι.
Αναρωτιέμαι αν έπρεπε να της είχα πει πως την αγαπάω. Θυμάμαι το γλυκό φιλί της. Και το χειρότερο: κάθε μέρα, κάθε μέρα ρε πούστη μου, τη βλέπω στο μάθημα. Και προσέχω ότι κι εκείνη με κοιτάει. Μόνο που δεν μπορώ να καταλάβω τι μήνυμα μου στέλνει το βλέμμα της.
Δεν κρατήθηκα. Τη ρώτησα με SMS κατά τη διάρκεια της Ιστορίας: «Giati me koitas?»
Δεν απάντησε καθόλου. Στο διάλειμμα, εκείνη κι η Βάνα με κοιτούσαν και χαζογελούσαν.
Καμιά φορά θέλω να πάω να της δώσω χαστούκι. Αισθάνομαι εξοργισμένος μαζί της. Νιώθω να με πνίγει το δίκιο. Έχω την αίσθηση ότι έχω χάσει κάτι.
Φοβάμαι ότι εκείνη έχει πάρει κάτι δικό μου.


Ο Νίκος Βλαντής έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα: Αλκιβιάδης Δεσμώτης (Απόπειρα 2000), www.tospitimas.gr (Περίπλους 2002), Θέλω να μείνω λίγο μόνη να σκεφτώ (Περίπλους 2003), Greek Psycho, η απόλυτη νεοελληνική ψύχωση (Οξύ 2004) και Η ανυπαρξία που σου αξίζει (Οξύ 2004). Μαζί με τον Παύλο Μπαλτά, εξέδωσε τη μελέτη με τίτλο Επόμενη στάση: χαμένες λεωφόροι, μια περιδιάβαση στην κοσμογονία της ελληνικής και της αμερικανικής μητρόπολης (Futura 2004). Υπό έκδοση από τις εκδόσεις Απόπειρα είναι η νουβέλα του με τίτλο Μπάρτλεμπυ ο κομπιουτεράς, μια διασκευή της νουβέλας του Χέρμαν Μέλβιλλ Μπάρτλεμπυ ο γραφιάς. Θα κυκλοφορήσει το Μάιο του 2005.