<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d13537987\x26blogName\x3d.::4o+MATI::.\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLACK\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://4mati.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3den_US\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://4mati.blogspot.com/\x26vt\x3d-2679139537497759110', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>
4ï ÌÁÔÉ

Προφορικός λόγος και λαλικές μαρτυρίες


Αντώνης Σανουδάκης
Δ/ρ Πανεπιστημίου - Συγγραφέας

Ο προφορικός λόγος, σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, είναι πανανθρώπινο κτήμα, σε αντίθεση με τον γραπτό λόγο που ξεκίνησε ως παράγοντας που διαφοροποιούσε την άρχουσα τάξη και εξακολουθεί να διαφοροποιεί ως τα σήμερα , όχι μόνο τον τρίτο λεγόμενο κόσμο αλλά ακόμα και τους φτωχούς των ανεπτυγμένων πόλεων.
Ο προφορικός λόγος προηγείται του γραπτού λόγου αφενός μεν ιστορικά , αφετέρου δε και στη ζωή κάθε ανθρώπου, που ως τα τέσσερα χρόνια του έχει σχεδόν κατακτήσει τη λειτουργία της μητρικής του γλώσσας. Αντιθέτως ο γραπτός λόγος που αρχίζει να κατακτιέται από τα έξι χρόνια του παιδιού , χρειάζεται μακρά κοπιαστική πορεία.
Ποσοτικά, ο προφορικός λόγος στην καθημερινή ζωή ξεπερνά τον γραπτό, ειδικά στις μέρες μας , γιατί οι άνθρωποι βλέπουμε πολύ TV και γράφουμε λίγο.
Μεγάλος αριθμός «λειτουργικά αναλφάβητων» ,δημιουργείται επιπλέον στον δυτικό κόσμο εξαιτίας των ηλεκτρονικών Μ.Μ.Ε. και άλλων εκπαιδευτικών και κοινωνικών λόγων.
Αν και μιλάμε πολύ, εν τούτοις ο προφορικός λόγος είναι «έπεα πτερόεντα» και χάνεται, σε αντίθεση με τον γραπτό λόγο που από την εποχή του Γουτεμβέργιου και εξής έχει αυξηθεί κατακόρυφα η παραγωγή ή πολλαπλασιάζεται και αποθηκεύεται εύκολα με τους Η/Υ.
Ο προφορικός λόγος χρησιμοποιείται κυρίως για την κάλυψη άμεσης ανάγκης και επικοινωνίας , χαρακτηριζόμενος από αμεσότητα, από κενά και επαναλήψεις, από αντωνυμική αναφορά σε παρόντα αντικείμενα ή πρόσωπα, με μικρή χρήση ουσιαστικών , επιθέτων , ρημάτων και επιρρημάτων .
Η έλλειψη πυκνότητας του προφορικού λόγου συμπληρώνεται , όπως λένε οι γλωσσολόγοι, από «υπερτεμαχιακά μέσα» του ομιλητή ,π.χ. διαβαθμίσεις στην ένταση της φωνής ή επιτονισμό, καθώς και από παραγλωσσικά στοιχεία, όπως χειρονομίες , κινήσεις του σώματος κ.ά.
Η σύγχρονη τεχνολογία, επίσης , από τα τηλέφωνα , κινητά ή σταθερά , ως τους Η/Υ με τις τηλεδιασκέψεις τους , ξεπερνά τα όποια προβλήματα προφορικής επικοινωνίας του χώρου και του χρόνου.
Ο γραπτός λόγος οργανώνεται εν χώρω και χρόνω και έχει ως αποδέκτη απόντα, γνωστό ή άγνωστο παραλήπτη, και παράγεται για να καλύψει έμμεσες ανάγκες σε βάθος χρόνου.
Έχει προσεγμένο σχεδιασμό, είναι στιλπνός, αναλυτικός και χωρίς πολλές ατέλειες, με μεγαλύτερη συχνότητα των «μερών του λόγου» που απουσιάζουν , ως ελέχθη, από τον προφορικό λόγο.
Διαθέτει την δυνατότητα χρονικής επεξεργασίας και καλύτερου χειρισμού της γλώσσας, δεν διαθέτει όμως το περιβάλλον , τα παραγλωσσικά στοιχεία ,τον επιτονισμό και ιδίως την αντίδραση του ακροατή(αναγνώστη), παρά τη χρήση της εκφραστικής στίξης (θαυμαστικό ,ερωτηματικό, υπογραμμίσεις, εισαγωγικά κ.λ.π.).
Για πολλούς αιώνες ο προφορικός λόγος εκτός από τη χρήση του για επιβίωση, βοήθησε με την προφορική του παράδοση στην συνοχή της κοινωνίας ,να την συγκρατήσουν οι σύγχρονοι και να την μεταδώσουν στις νεώτερες γενιές, που δια μέσου της απομνημόνευσης ωραιοποιούσαν το παρελθόν.
Ο πολιτισμένος άνθρωπος όμως αισθάνεται πως έφυγε από τον παρελθόντα παράδεισο και γι’ αυτό επιστρέφει ( όπως ο Πλάτων στους μύθους), στα παραμύθια, τους θρύλους , τη λαογραφία, το ιστορικό μυθιστόρημα, σε εποχές που δεν υπήρχε γραφή ή γνώριζαν ελάχιστοι γράμματα, αλλά διετηρείτο η κοινωνική συνοχή.
Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια προεβλήθη η ανάγκη της καταγραφής και χρήσης του προφορικού λόγου, γεγονός στο οποίο συνέτεινε η πλατιά χρήση του μαγνητοφώνου, του video και τελευταία των CD και των DVD , καθώς και η στροφή της ιστορίας στη λεγόμενη «μικροϊστορία», στη ζωή, όχι μόνο τη στρατιωτική και πολιτική, αλλά και στις εμπειρίες καθημερινών προσώπων, που βίωσαν μια ιστορική εποχή ή συμμετείχαν σε γεγονότα.
Βασική μέθοδος είναι η διαλογική αφήγηση ιστορικού-καταγραφέα και πληροφορητή, με την αφήγηση μιας ιστορίας.
Τα ιστορικά αρχεία και οι γραπτές πηγές δεν επαρκούν για την ανασύσταση μιας ιστορικής περιόδου, με τις επιπλέον κοινωνικές και πολιτιστικές πτυχές ,ιδίως της πρόσφατης ιστορίας και της προφορικής παράδοσης.
Εξαιτίας του εύρους των παρεχόμενων πληροφοριών η ιστορία καθίσταται έτσι πιο πλουραλιστική , άρα πιο δημοκρατική.
Οι μαρτυρίες αυτές καθίστανται «λαλικά κείμενα» , όπως έχουν χαρακτηρισθεί οι μαρτυρίεςτου 1979 και 1982 του γράφοντα, ήδη σε παγκόσμιο γλωσσολογικό συνέδριο της Κοπεγχάγης του 1983.
Βέβαια, τα «λαλικά κείμενα» παγκοσμίως έχουν πλέον πολλαπλασιαστεί και τα οποία αγγίζουν ζητήματα που η «κλασική ιστορία»των εθνών παρέβλεπε ή αποσιωπούσε και δι’ αυτής αρχίζουν τώρα να συζητούνται , όπως η ιστορία του γυναικείου κινήματος, των μειονοτήτων, των μεταναστών, της οικογένειας , της εργατικής τάξης κ.λ.π.
Ο Paul Thomson ,πρωτοπόρος της προφορικής ιστορίας στην Αγγλία, στο έργο του «The Voice of the Past, Oxford University Press, 2002, p.157» διατείνεται ότι η προφορική ιστορία διαμορφώνει τα αντικείμενα της ιστορίας σε υποκείμενα, συμβάλλοντας έτσι όχι μόνο σε πλουσιότερη ιστορία, πιο ζωντανή και πιο πρακτική, αλλά κυρίως πιο αληθινή.
Βεβαίως η χρονική απόσταση από τα γεγονότα δημιουργεί προβλήματα στην εγκυρότητα της μνήμης ή στην επιλεκτική της διαδικασία, που έχει να κάνει με την εντύπωση, τη συναισθηματική κατάσταση και τη συγχρονία των παροντικών ή και διαχρονικών εξελίξεων.
Προβλήματα , όμως , εγκυρότητας έχουν και οι γραπτές πηγές , λόγω της σκοπιμότητας ή της προπαγάνδας του συγγραφέα – πληροφορητή.
Οι αφηγητές δημιουργοί των λαλικών κειμένων αναγκάζονται να αποκτήσουν κατά την ώρα της αφήγησης ένα νέο τρόπο , αποκτούν μια επώδυνη πολλές φορές νέα εμπειρία του χθές , μια «αντιληπτική εμπειρία» του γεγονότος, που μπορεί να ειπωθεί διαφορετικά σε διαφορετικούς χρόνους και χώρους.
Οι προφορικές πηγές ως λαλικά κείμενα καταγράφονται κάτω από το πρίσμα του παρόντος και ο ιστορικός οφείλει να ερευνήσει πέρα από τον σημερινό φλοιό τους , για να αναδομήσει την εποχή που μελετά.
Ο έλεγχος των πληροφοριών και η διασταύρωση τους με τις γραπτές, όσες υπάρχουν, είναι αναγκαία διαδικασία.
Είναι όμως απαραίτητο να γνωρίσουμε την πορεία της ανθρωπότητας μέσα από τον λόγο και τη ματιά όσων τη βίωσαν και να ακούσουμε το παρελθόν με τον «λαλικό τους λόγο», τον οξύμωρο γραπτό –προφορικό τους λόγο.
Εκτός ,όμως , από την καθαρά επιστημονική σημασία των «λαλικών κειμένων» για την ιστορία , η ενασχόληση των μαθητών με τον προφορικό λόγο αναβαθμίζει το ενδιαφέρον τους για το σχολείο και τη γραπτή γλώσσα , τον γραπτό λόγο.
Ο προφορικός λόγος της παρέας ή της οικογένειας είναι πιο ελκυστικός για τον μαθητή, ενώ ο γραπτός λόγος των διανοητών ή λογοτεχνών δεν φαίνεται να έχει σχέση με την πραγματικότητα και τα καθημερινά ερωτήματα από τη μόλυνση που προξενούν οι θετικές επιστήμες , την καταστροφή του περιβάλλοντος από την αλόγιστη εκμετάλλευση των επιστημόνων και βιομηχάνων.
Φτάνουν λοιπόν στο σημείο να λένε και να γράφουν οι μαθητές ότι «το σχολείο φωτίζει μόνο όταν καίγεται»!
Χρειάζεται λοιπόν το σχολείο να βγάλει το μαθητή στην κοινωνία για να γνωρίσει τον προφορικό λόγο του πολιτικού, του επιστήμονα , του οικονομολόγου, του αντάρτη, του συνδικαλιστή του αντιδικτατορικού αγωνιστή, το χιούμορ του καθημερινού ανθρώπου, χωρίς όμως τον σεξισμό και την κακογουστιά.
Το σχολείο λοιπόν είναι αναγκαίο να συνδυάσει τα γλωσσικά , πολιτιστικά, καθημερινά βιώματα του μαθητή με τον γραπτό έντεχνο λόγο. Ο μαθητής διαθέτει την προφορικότητα, στο βαθμό σήμερα που την έχει ο ίδιος και το φιλικό του περιβάλλον.
Κρατώντας συνεπώς επαφή με την πραγματικότητα, την λαλικότητα, το σχολείο οφείλει να διδάξει τον γραπτό λόγο, με οικείο τρόπο και φυσιολογικό, όπως είναι φυσιολογική και η εκμάθηση του προφορικού λόγου.
Ένας απλός τρόπος εκτός από την καταγραφή «ιστορικών μαρτυριών» είναι κατά τον Halliday η καταγραφή «γλωσσικών ημερολογίων» , της γλωσσικής δηλαδή συμπεριφοράς ατόμων του περιβάλλοντος του μαθητή, αδελφών, γονιών ή γιαγιάδων ,φίλων, γειτόνων ,επαγγελματιών. Με τα «λαλικά» έστω απλά και αργότερα συνθετότερα κείμενα θα γνωρίσουν την πολυμορφία της γλώσσας και θα αγαπήσουν τη μελέτη και του επιστημονικού και λογοτεχνικού λόγου. Το σχολείο στη θέση της απώθησης, σοβαρότητας ,πρέπει να τοποθετήσει την ελκυστικότητα του «υπόγειου ρεύματος» ,της «λαλικότητας».